αναγουλιάζω


αναγουλιάζω
1. νιώθω ναυτία, έχω τάση για εμετό, ανακατεύομαι
2. αηδιάζω, σιχαίνομαι, αντιπαθώ
3. κάνω εμετό, ξερνάω
4. παθαίνω ίλιγγο, ζαλίζομαι
5. (για τη θάλασσα) γίνομαι τρικυμιώδης, αναταράσσομαι
6. (για το έδαφος) αναδίδω το νερό που έχω απορροφήσει και γίνομαι λασπερός
7. μασώ, αναμασώ
8. ρεύομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανα-* + γουλιάζω «πίνω μια γουλιά νερό, γάλα κ.λπ.» ή ανα-* + γούλα «οισοφάγος».
ΠΑΡ. αναγούλα, αναγούλιασμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναγουλιάζω — αναγουλιάζω, αναγούλιασα, αναγουλιασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναγουλιάζω — ιασα, ιασμένος 1. αμτβ., αηδιάζω: Όταν ακούω κάτι τέτοια, αναγουλιάζω. 2. μτβ., κάνω άλλον να αηδιάσει: Με αναγούλιασες μ αυτά που είπες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναγουλεύομαι — [αναγούλα] 1. έχω τάση για εμετό, αναγουλιάζω 2. παθαίνω ίλιγγο, ζαλίζομαι …   Dictionary of Greek

  • αναγουλιαστικός — ή, ό αυτός που προκαλεί τάση για εμετό, αηδιαστικός, σιχαμερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αναγουλιαστός < αναγουλιάζω] …   Dictionary of Greek

  • αναγούλα — η 1. τάση για εμετό, ναυτία 2. αηδία, απέχθεια, αντιπάθεια 3. πράξη ή λόγος που προκαλεί αηδία 4. (και για πρόσωπα) αυτός που προκαλεί αηδία 5. φιλονικία, τσακωμός, καβγάς 6. ταραχή, συγκίνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναγουλιάζω. με υποχωρητικό σχηματισμό …   Dictionary of Greek

  • αναγούλιασμα — το [αναγουλιάζω] η αναγούλα* …   Dictionary of Greek